Χρησιμοποιούν οι φοιτητές τις βιβλιοθήκες; Είναι οι βιβλιοθήκες φιλικές και χρηστικές;
Ικανοποιητικές κρίνονται οι υπηρεσίες των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών από τους φοιτητές, αλλά ανοικτό μένει το ερώτημα «ποιοι φοιτητές τις χρησιμοποιούν». Στα πλαίσια της ερευνητικής διάστασης ενός πανεπιστημίου, η βιβλιοθήκη είναι θεωρητικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι. Είναι το πρώτο μέρος που λογικά επισκέπτεται κανείς ξεκινώντας μια εργασία ή προσπαθώντας να κατανοήσει την προβληματική ενός μαθήματος.
Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται πως στην ελληνική πραγματικότητα, οι φοιτητές είναι αρκετά διστακτικοί στη χρήση της βιβλιοθήκης. «Πριν 20 χρόνια που ήρθα, υπήρχε μια δυσκολία των παιδιών να μπουν. Νόμιζαν ότι είναι αποθήκη, ή κάτι παρόμοιο», μας λέει ένας απ’ τους πρωτεργάτες του σπουδαστηρίου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Τι φταίει όμως, γι’ αυτό; Ίσως το αντικείμενο των σπουδών, οι απαιτήσεις των καθηγητών, το εκπαιδευτικό σύστημα, ή η ελλιπής λειτουργία των βιβλιοθηκών.
Σύμφωνα με την έρευνά μας, αλλά και στατιστικά στοιχεία της Μονάδας Ολικής Ποιότητας Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, οι βιβλιοθήκες των πανεπιστημίων σταδιακά βελτιώνουν τη λειτουργία τους με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, την πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού αλλά και την αύξηση των συλλογών τους.
«Είναι πολύ καλά οργανωμένη η συλλογή. Στατιστικά, όταν ελέγχουν τη συλλογή μας, έχουμε το καλύτερο ποσοστό στην ταξινόμηση κι οργάνωση της συλλογής. Είχαμε 99,96% ορθή οργάνωση σε σχέση με το Πολυτεχνείο που είχε μόνο 70% της βάσης δεδομένων σωστό. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα του ερευνητή, να δώσει δεδομένα. Το πρόγραμμα της βιβλιοθήκης έδωσε πολύ μεγάλη πνοή. Έφερε καλό προσωπικό. Έφερε ένα πιο εξειδικευμένο προσωπικό που μπορούσε να φτιάξει μια ψηφιακή βιβλιοθήκη, να διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό υλικό, ένα προσωπικό απ’ το οποίο μπορείς να έχεις απαιτήσεις», τονίζει περήφανα η διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Παντείου. Στην προσπάθεια ομαδοποίησης των εργασιών και μεγαλύτερης χρηστικότητας στοχεύει κι ένα μεγαλόπνοο έργο του Πανεπιστημίου Αθηνών, η δημιουργία κοινής βιβλιοθήκης της Φιλοσοφικής Σχολής. «Θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα είμαστε πιο αυτόνομοι, από θέμα καθηγητών κι από θέμα τμήματος και θα είναι πιο εύκολες οι απαιτήσεις σ’ αυτούς που δίνουν τα χρήματα. Μια κεντρική βιβλιοθήκη το δέχεσαι ότι υπάρχει κι άρα είσαι υποχρεωμένος να καλύψεις τις ανάγκες της, ενώ τώρα το βλέπεις σαν βοηθητικό σπουδαστήριο», μας είπε η υπεύθυνη του σπουδαστηρίου Αγγλικής Φιλολογίας. Στην ίδια γραμμή κινείται κι απ’ το Βυζαντινών και Νεοελληνικών ο Βαλσαμής Βαλσαμάκης: «Είναι θετική η προοπτική δημιουργίας της κεντρικής βιβλιοθήκης, όπου αυτά τα 15 μικρά σπουδαστήρια, που εργάζονται άνθρωποι κάνοντας περίπου τις ίδιες δουλειές, θα μπορούν να λειτουργήσουν ομαλότερα. Αντί ν’ ασχολούνται 15 άνθρωποι, ένας σε κάθε σπουδαστήριο, με παραγγελίες, θα μπορεί να το κάνει ένα τμήμα.
Είμαι σίγουρος ότι ο χρήστης θα είναι πολύ πιο ικανοποιημένος σε σχέση με ό,τι έχει εισπράξει απ’ τις μικρές βιβλιοθήκες. Είναι όμορφος χώρος, με σύγχρονες προδιαγραφές. Θα είναι ενιαία η συλλογή, αυτή τη στιγμή γίνεται αναταξινόμηση όλων των βιβλίων, ώστε να μην υπάρχουν μεμονωμένα ταξιθετικά συστήματα. Θα είναι ικανοποιημένοι από όλες τις απόψεις. Θα υπάρχει αρκετό προσωπικό για να μπορεί να εξυπηρετήσει το κοινό. Θα λειτουργεί 8 με 8 περίπου και το Σάββατο. Τα σπάνια βιβλία θα βρίσκονται σε ειδικό χώρο, με την ανάλογη συντήρηση, κάτι που δεν υπάρχει μέχρι τώρα. Έχουμε ζητήσει επίσης να είναι ανοικτής πρόσβασης, να μπορεί δηλαδή ο φοιτητής να μπει να ψάξει στα ράφια. Θα βρίσκει τον ταξιθετικό αριθμό στον υπολογιστή και θα μπορεί να πηγαίνει να το πάρει μόνος του απ’ το ράφι, οπότε θα βρίσκει εκεί δίπλα κι άλλα βιβλία».
Τελείως αντίθετη, όχι στη λογική, αλλά στη χρησιμότητα μιας τέτοιας βιβλιοθήκης είναι η Ηρώ Κατσιώτη, ο άνθρωπος που κάποτε έστησε το σπουδαστήριο του τμήματος Θεατρικών Σπουδών, αλλά κυρίως έχει περάσει μια ζωή ως ερευνήτρια σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού. «Στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου χτίζεται μια μεγάλη βιβλιοθήκη, πανεπιστημιακή. Για να χτιστεί, φυσικά, κόπηκαν πάρα πολλά δέντρα. Έχει γίνει ένα κτήριο πολυώροφο από μπετόν, που θα στεγάσει τα σπουδαστήρια που υπάρχουν σε κάθε τμήμα. Αν οι φοιτητές δεν πατάνε στα σπουδαστήρια αυτά, που είναι μέσα στη σχολή, μέσα στους χώρους που κάνουνε μάθημα, παρά ενδιαφέρονται μόνο για να μάθουν πότε θα δώσει ο κάθε καθηγητής τις σημειώσεις, πόσο μάλλον να πάνε σε άλλο κτήριο!
Οι σημειώσεις δε, οι οποίες πληρώνονται απ’ την Ε.Ε. ή τον Έλληνα φορολογούμενο, αποτελούνται από φωτοτυπίες βιβλίων που υπάρχουν (και πολλές φορές σε δεκάδες αντίτυπα) στο σπουδαστήριο. Αν δεν πατάνε ποτέ να ενημερωθούν στο σπουδαστήριο, προς τι η κεντρική. Γιατί τόσα έξοδα; Και μάλιστα τη στιγμή που έχουμε ψηφιοποίηση πολλών βιβλίων και δεν χρειάζονται οι βιβλιοθήκες, ούτε τα ράφια, ούτε το μπετόν, ούτε να ξηλώνουμε τα δέντρα τα ελάχιστα που έχουν μείνει στον Υμηττό».
Εκτός απ’ την προφανή και σημαντικότατη περιβαλλοντική διάσταση που θέτει η κυρία Κατσιώτη, μας εισάγει και σε μια άλλη προβληματική: Είναι οι Έλληνες φοιτητές πρόθυμοι και ικανοί να χρησιμοποιήσουν μια ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη;
«Κάθε φορά που έρχονται οι καινούριοι τους κάνουμε σεμινάριο. Απ’ αυτούς οι μισοί τη χρησιμοποιούν συχνά, εξοικειώνονται με το χώρο, ενώ ένα άλλο ποσοστό, απλώς τη γνωρίζει όταν έρχεται και την αποχαιρετά όταν τελειώνει, που υποχρεούται να πάρει βεβαίωση απ’ τη βιβλιοθήκη ότι δε χρωστάει βιβλία. Για Ελλάδα, το ποσοστό είναι ικανοποιητικό, αν σκεφτούμε ότι είναι μικρό το ποσοστό των παιδιών Γυμνασίου και Λυκείου που ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν τη βιβλιοθήκη στις σπουδές τους.»
«Η βιβλιοθήκη χρησιμοποιείται από τους φοιτητές. Έχουμε 18000 χρήστες σε σύνολο 19000 περίπου ενεργών φοιτητών. Είχαμε δει ότι περίπου το 90% των πρωτοετών γράφεται στη βιβλιοθήκη, ένα πολύ καλό ποσοστό», μας πληροφορούν απ’ την Αγγλική Φιλολογία και το Πάντειο αντίστοιχα. Είναι όμως, οι αριθμοί ενδεικτικοί; Το μεγάλο ποσοστό που απέχει, το κάνει λόγω αλλεργίας στη σκόνη του βιβλίου ή λόγω άγνοιας;
«Το κοινό ανακυκλώνεται αλλά η νοοτροπία μένει. Αν οι σπουδές τους, οι καθηγητές και τα μαθήματα, δεν καταστήσουν απαραίτητη τη χρήση της βιβλιοθήκης, οι φοιτητές δε φταίνε σε τίποτα. Από εκεί ξεκινάει. Αν του πει ο καθηγητής ότι το διανεμόμενο σύγγραμμα φτάνει, δεν τον ωθεί, δεν τον αναγκάζει να χρησιμοποιήσει τη βιβλιοθήκη. Η ανάγκη θα φέρει τη χρήση», δηλώνει κατηγορηματικά η υπεύθυνη του σπουδαστηρίου Αγγλικής Φιλολογίας.
«Θα ήταν πολύ σημαντικό οι φοιτητές να έχουν εξοικειωθεί απ’ τους ίδιους τους καθηγητές τους για το τι σημαίνει έρευνα. Δε φταίνε τα παιδιά, αλλά στη μέση εκπαίδευση δε δίνουν καμία σημασία. Κι όταν φανεί η ανάγκη για την έρευνα, ώστε να ολοκληρώσει ουσιαστικά τις σπουδές του ο φοιτητής, δεν ξέρει τι να κάνει», συμφωνεί ο Βαλσαμής Βαλσαμάκης.
«Έχουμε και μέλη ΔΕΠ που προτιμούν να κάνει κάποιος εργασία, κάτι που δεν υπάρχει σε άλλα πανεπιστήμια», μας λέει η διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Παντείου, στο οποίο φαίνεται να έχουν βρει λύση στο πρόβλημα. Την ίδια άποψη φαίνεται να έχουν και φοιτητές του ΕΜΠ για τη δική τους βιβλιοθήκη, την οποία χρησιμοποιούν τακτικά.
Ακόμα, όμως, κι αν απαιτείται η χρήση της βιβλιοθήκης για την πρόοδο των σπουδών, πόσο εύκολα προσεγγίζει ο φοιτητής την πληροφορία; Στον αιώνα της υπερπληροφόρησης, η έννοια της έρευνας αποκτά μια άλλη διάσταση: γίνεται προσπάθεια απομόνωσης κι αξιολόγησης της πληροφορίας. «Τώρα πια το ζήτημα στις βιβλιοθήκες είναι να βοηθήσουν τους χρήστες τους να φτάσουν στη σωστή πληροφορία και να την αξιολογήσουν», τονίζει η διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Παντείου.
Η πρόσβαση αυτή γίνεται πλέον απαραίτητα με τη χρήση υπολογιστικών συστημάτων, τα οποία στηρίζονται εν πολλοίς και στη χρήση του διαδικτύου. Όσες βιβλιοθήκες επισκεφθήκαμε, παραπονέθηκαν για ελλιπή τεχνική υποστήριξη. Το σύστημα υποστηρίζεται από άλλες υπηρεσίες, που δεν λειτουργούν πάντα ικανοποιητικά, ενώ οι δικοί τους υπολογιστές συντηρούνται από, τυχόν, δικό τους προσωπικό, Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό που κατά καιρούς απασχολεί το τμήμα ή εξωτερικούς συνεργάτες.
Η τύχη ή η ατυχία (και σίγουρα όχι το ανύπαρκτο τικ του γράφοντος στον ώμο…) έκαναν την επίσκεψή μας στις βιβλιοθήκες να συμπέσει με κατάρρευση του δικτύου. Το φαινόμενο, όπως μας βεβαίωσαν όλοι, είναι πολύ σπάνιο και συνήθως διορθώνεται αρκετά γρήγορα. Επίσης βέβαιο, όμως, είναι ότι τα πάντα παγώνουν αν «πέσει» το σύστημα. Ευρετήριο, δανεισμοί, επιστροφές, καταλογογράφηση, τα πάντα. «Πρέπει να ανανεώσουμε τον εξοπλισμό. Αργούν οι διαδικασίες», μας λέει με αγωνία η διευθύντρια της βιβλιοθήκης του Παντείου.
Καθώς ο ψηφιακός κόσμος προχωρά ακάθεκτα, ίσως στο μέλλον οι βιβλιοθήκες να χρησιμεύουν μόνο για την αποθήκευση των παλαιών βιβλίων, καθώς οι πληροφορίες θα βρίσκονται στο διαδίκτυο. Ήδη, υπάρχει ένας ορυμαγδός πληροφοριών προσβάσιμος απ’ τον καθένα. Τόσες πληροφορίες, ακριβείς ή όχι, αληθείς η ψευδείς, που η απέραντη, αέναη, αχανής και αιώνια Βιβλιοθήκη του Μπόρχες μοιάζει μ’ ένα μόνο ράφι του παγκόσμιου ιστού.
Το αχανές και χαοτικό αυτού του κόσμου, ίσως τελικά οδηγήσει τον κάθε ερευνητή, φοιτητή ή διδάκτορα, ξανά πίσω στη μαγεία του ραφιού, της σκόνης που μένει στο δάχτυλο καθώς ξεφυλλίζει το βιβλίο, του άγριου «σουτ» του βιβλιοθηκάριου, του αρώματος που αφήνει πίσω της η κοπελιά περνώντας στους διαδρόμους και σε κάνει να σηκώσεις το βλέμμα σου.
εργασία για το Εργαστήριο Δημοσιογραφίας Ι
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου