Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Η μεγάλη μπιρίμπα

[Άρθρο ή δοκίμιο; Σίγουρα όχι επιστημονικό κείμενο, ούτε και δημοσιογραφικό. Είναι η συζήτηση για ένα ζήτημα, με μια γενικότερη θέση, άρα δοκίμιο (δοκώ ή δοκιμάζω ή και τα δύο;) και λίγο χρονογράφημα. Εξάλλου, η φόρμα είναι για να καλουπώνονται οι ιδέες, όχι για να παγιδεύονται…]


Αδιαμφισβήτητος θεωρείται ο δομικός ρόλος της επικοινωνίας στη σύγχρονη κοινωνία. Επικοινωνία με τους πολίτες, τους καταναλωτές, με το συνάνθρωπο. Οι διάφορες εκφάνσεις της επικοινωνίας, είτε πρόκειται για δημόσιες σχέσεις, διαφήμιση, πολιτική ή το διαδίκτυο, αποτελούν κινητήριους μοχλούς για το οικονομικό, το πολιτικό και το εν γένει κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η συζήτηση για το επικοινωνιακό φαινόμενο είναι –εκτός από ένα φλέγον θέμα της επιστημονικής και της πολιτικής ατζέντας– και ένα χαρτί στα χέρια διάφορων συνομιλητών, περισσότερο ή λιγότερο ενημερωμένων, που θεωρούν ότι το να το πετάξουν τους απαλλάσσει απ’ την ευθύνη. Στο σημείο αυτό, αρχίζει πλέον η συζήτηση για επικοινωνιακά παιχνίδια, ο εξορκισμός των δημοσίων σχέσεων ως, τουλάχιστον, δαιμόνων και η λογική της συνολικής απεμπόλησης οτιδήποτε σχετικού.
Η ρητορική που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω απ’ τον φρέσκο κλάδο της διαφήμισης και των δημοσίων σχέσεων, εκθείαζε τις δυνατότητες πειθούς αυτών των ειδικοτήτων και προσπαθώντας να φέρει το ευρύ κοινό κοντά στη λογική και τα εργαλεία τους, κατάφερε μάλλον ν’ ανοίξει σιγά-σιγά μια μετα–συζήτηση για το αντικείμενο. Ο κοινός νους –ως υποψιασμένος επειδή έπαθε κι έμαθε, ή καχύποπτος κι απαισιόδοξος, ό,τι προτιμάτε– εκλαμβάνει τη δυνατότητα πειθούς, ιδίως όταν εμφανίζεται κυρίαρχη και παντοδύναμη, ως δυνάμει κακόβουλη και σίγουρα υστερόβουλη.
Έτσι δημιουργούνται δύο «στρατόπεδα», όχι τόσο φυσικών προσώπων, όσο ιδεών γύρω απ’ το αντικείμενο. Απ’ τη μία, η γραμμή υπεράσπισης της εφαρμοσμένης επικοινωνίας, όλοι όσοι βλέπουν τη λειτουργία και τη λειτουργικότητα ενός τέτοιου εργαλείου στους μοντέρνους καιρούς. Είναι οι παίχτες που ανοίγουν στην πρώτη ευκαιρία τα χαρτιά τους, για να κάνουν πιο ενδιαφέρον το παιχνίδι κι ελπίζοντας στην συνεργασία. Η επικοινωνία εξασφαλίζει γι’ αυτούς μια πλανητική παραγωγή, συμβίωση και διακυβέρνηση, όπως ακριβώς συνέβη και με την οδοποιία στην περίπτωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Αποδίδουν στην εφαρμοσμένη επικοινωνία –είτε αναφέρεται σε οργανισμούς είτε στην κυβέρνηση– ρόλο πομποδέκτη: όχι μόνο προωθεί τα οικεία μηνύματα, αλλά δέχεται κι επεξεργάζεται όλα τα έξωθεν σήματα, σε μια διαδικασία ανατροφοδότησης της πληροφορίας, με στόχο τον κοινωνικό διάλογο και την ποιοτική αναβάθμιση, βάσει των αναγκών του κοινού. Μέσω του διαύλου που ανοίγει, οι πολίτες δίνουν τη γνώμη τους στον πομπό, τόσο για το μήνυμα, όσο και για τον ίδιο. Με την κριτική, λοιπόν, που αναπτύσσεται, προωθείται εκτός απ’ το διάλογο και μια πιο αντιπροσωπευτική στοχοθέτηση, που μπορεί ν’ αλλάξει προς τα βελτίω τα πράγματα.
Απ’ την άλλη οι (τυχο-)διώκτες της επικοινωνίας, που δέχονται την ευκαιριακή και αρνητική άποψη των πραγμάτων, που θεωρούν την επικοινωνία ως εργαλείο απάτης και χειραγώγησης του κοινού. Είναι οι παίχτες που περιμένουν να βγαίνουν ή και να κάνουν μπιρίμπα για να κατεβάσουν τα χαρτιά τους. Έχουν εκ των προτέρων υποβαθμισμένη στη συνείδησή τους την κριτική ικανότητα του κοινού και θεωρούν τη δημόσια ρητορική, ορθή ή αρνητική, ειλικρινή ή μη, ως δημαγωγία. Για κείνους, οποιαδήποτε δημόσια κίνηση ενός πολιτικού προσώπου ή μιας εταιρείας, αποτελεί επικοινωνιακό τρικ κι άρα είναι ψευδής, μεμπτή κι ανήθικη.
Μια διαφήμιση για τη χορηγία μιας εταιρείας που κατηγορείται για παρατυπίες ή παρανομίες, ένα «σκάνδαλο μέσα στο σκάνδαλο», δηλαδή στοιχεία που αναδύονται ξαφνικά εις βάρος ενός κατηγόρου ή ό,τι παρεμφερές, χαρακτηρίζονται από κείνους ως παιχνίδια και τερτίπια ενός καλοστημένου μηχανισμού προπαγάνδας και παραπληροφόρησης. Από ‘κει κι έπειτα, οποιαδήποτε προσπάθεια επικοινωνίας με υπερασπιστικό στόχο ή όχι των μαρκαρισμένων ως μπλοφαδόρων, απλά ενισχύει την κατηγορία στα μάτια του κόσμου κι αποβαίνει άκαρπη.
Πολλές φορές, πράγματι, τα επικοινωνιακά επιτελεία πολιτικών, κομμάτων ή εταιρειών καταφεύγουν σε τεχνάσματα, που αποσκοπούν πράγματι στον αποπροσανατολισμό, στο ν’ αλλάξει το επίκεντρο της συζήτησης. Μπλοφάρουν, λένε πως έχουν μπιρίμπα στα χέρια για να προκαλέσουν βεβιασμένες κινήσεις στ’ άλλα στρατόπεδα. Όμως είναι αυτός ο κανόνας; Κι αν ακόμα είναι, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το πότε κάτι που βγαίνει στα φόρα βγαίνει επίτηδες ή τυχαία;
Η αδυναμία μας αυτή, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα επικοινωνιακά τερτίπια είναι μη αποδείξιμα. Αν προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα, όμως, το συλλογισμό μας, θα διαπιστώσουμε πως οι κατήγοροι της επικοινωνιακής βιομηχανίας, είναι απλά (εκούσια ή ακούσια, χωράει πολλή συζήτηση και διαφέρει κατά περίπτωση) όργανά της. Κάθε φορά που μέμφονται μια επικοινωνιακή πρακτική, στην ουσία παίζουν το ίδιο παιχνίδι κι αναμοχλεύουν τον κύκλο των επικοινωνιακών παιχνιδιών. Δεν «βγαίνουν», παρά μόνον «παίρνουν το μπιριμπάκι» για ν’ αρχίσει άλλος ένας κύκλος παιχνιδιού.
Με την εμφάνιση των ηλεκτρονικών μέσων και ιδίως του διαδικτύου, ο ρόλος της επικοινωνίας έγινε διττός: απ’ τη μία οργανώνει και τροφοδοτεί την παγκόσμια τάξη, την αυτοκρατορία κατά τον Antonio Negri, κι απ’ την άλλη ανατροφοδοτείται απ’ την παγκοσμιοποίηση σε μια διαδικασία που οι μαθηματικοί θα χαρακτήριζαν φαύλο κύκλο. «Ένα απ’ τα θαυμαστά στοιχεία της λεωφόρου της πληροφορίας είναι ότι η δυνητική ισότητα είναι απείρως ευκολότερο να επιτευχθεί από την πραγματική ισότητα. Όλοι έχουμε πλαστεί ίσοι στον εικονικό κόσμο», λέει ο Bill Gates. Η επικοινωνία είναι ο μπαλαντέρ, το πινάκλ της παρτίδας, χωράει παντού, ταιριάζει με κάθε φύλλο και μπαλώνει τα όποια κενά. Η επικοινωνία είναι πλέον ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκόσμιας βιοπολιτικής ή για άλλους μιας παγκόσμιας δυνάμει δημο(τρομο–)κρατίας, σε κάθε περίπτωση της παγκόσμιας κοινωνίας.
Στην παγκόσμια τάξη των πραγμάτων, η επικοινωνία όχι μόνον εκφράζει, αλλά και οργανώνει τα διάφορα κινήματα, ιδέες και πρακτικές. Θα εθελοτυφλούσαμε αν πιστεύαμε ότι το είναι καθεαυτό έχει την ίδια αξία χωρίς το φαίνεσθαι. Η Ελένη δεν είναι πλέον είτε πρόσωπο είτε πουκάμισο αδειανό, ή πραγματικότητα ή νεφέλη, είναι η πραγματικότητα ενδεδυμένη το πουκάμισο–νεφέλη. Στις μέρες μας, δεν είναι με τίποτα αρκετό να είναι τίμια η γυναίκα του Καίσαρα, πρέπει και να φαίνεται.
Με αυτό ως δεδομένο και αξίωμα, οφείλουμε να λάβουμε μια πιο σκεπτικιστική στάση απέναντι στο δίπολο εφαρμοσμένη επικοινωνία – επικοινωνιακά παιχνίδια. Έχει πραγματικά νόημα να πάρουμε θέση υπέρ της μιας ή της άλλης θέσης; Ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι αληθή αλλά ούτε και ψευδή. Όπως και τα περισσότερα τέτοια δίπολα, κατέχουν ένα μόνον μέρος της αλήθειας. Συνήθως είναι οι δύο όψεις ενός νομίσματος. Και ως τέτοιες, αποτελούν μονάδα αδιάσπαστη. Μπορεί η επικοινωνία να εξεταστεί μανιχαϊστικά, ως καλή ή κακή, μαύρη ή άσπρη; Και τέλος, είναι πραγματικά αυτό το διακύβευμα;
Ο σίδηρος, μπορεί να χρησιμεύσει στο να φτιάξει κανείς τσαπιά ή σπαθιά. Η θεωρία της σχετικότητας στο να φτιάξει κανείς εργοστάσια παραγωγής ενέργειας ή καταστροφικές βόμβες. Η επικοινωνία, με δεδομένη τη γνώση που κατέχει ο άνθρωπος πάνω στο αντικείμενο είναι μια πρώτη ύλη. Μπορεί να γίνει εργαλείο ή όπλο, να χτίσει γέφυρες συνεργασίας ή να γκρεμίσει πολιτισμούς, να πληροφορήσει ή να παραπληροφορήσει, να χειραφετήσει ή να χειραγωγήσει.
Τα ζητήματα, λοιπόν, είναι δύο: η χρήση της κι η κρίση του κοινού κατά την πρόσληψή της. Το αν θα χρησιμοποιηθεί η επικοινωνία απ’ τον Γκέμπελς ή τη Διεθνή Αμνηστία ξεφεύγει απ’ τον κοινωνικό έλεγχο. Το αν, όμως, το κοινό δέχεται άκριτα ή όχι κάθε πληροφορία αποτελεί, ίσως, την ουσία της κοινωνικής παιδείας κι ένα μεγάλο ατομικό και συλλογικό στοίχημα για το μέλλον.


Περσινό, αλλά το βρήκα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: