Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

Συν-εργασία με φαντασία

για το μάθημα: Υλικός Πολιτισμός ΙΙ, επίσης περσινό, αλλά όχι ξυνό...

Ξεκινώντας να γράψω τούτο το κείμενο, που θα πρέπει να παρουσιάζει και να σχολιάζει τη θεματολογία του μαθήματος, βρέθηκα μπροστά σε σημαντικά διλήμματα: θα πρέπει να μιλήσω συνολικά ή προοδευτικά, να σχολιάσω στο τέλος ή βήμα-βήμα, ν’ αναφερθώ στα του δεύτερου εξαμήνου ή γενικά; Συνειδητοποίησα στην πορεία πως το αντικείμενο είναι τόσο δεμένο κι ενιαίο που δεν θα μπορούσα να το δουλέψω κομμάτι-κομμάτι κι ότι και να μην ήταν, πάλι μόνο συνολικά θα ήταν δυνατό να εκφέρω άποψη.

Δυσανασχετούσα απ’ τον Οκτώβρη με τον τίτλο του μαθήματος. Αδυνατούσα να καταλάβω τη σχέση του «Υλικός Πολιτισμός» με τους σπίνους του Δαρβίνου και τα κοινωνιοβιολογικά. Περίμενα μάλλον κάτι σε ιστορία της τεχνολογίας σε συνδυασμό με κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα κι όλο το πακέτο σαν κλειδί για να μιλήσουμε για σύγχρονα φαινόμενα που άπτονται του υλικού πολιτισμού. Έπρεπε να φτάσει Ιούνης για να μαζέψω στο κεφάλι μου το ζουμί του μαθήματος και να δικαιολογήσω στη συνείδησή μου τον τίτλο.
Μιλώντας για την εξελιχτική θεωρία και το ζήτημα της επι[βίωσης-κράτησης] θυμήθηκα ξανά την ιστορία του Μόγλη. Ο Σερχάν, είναι ο βασιλιάς της ζούγκλας, ο κραταιός κι αναμφισβήτητος κυρίαρχος. Ο Μόγλη είναι ένα πλάσμα χωρίς τρίχωμα, δόντια και νύχια, που δεν μπορεί να τρέξει, να δει ή να μυρίσει όπως τα υπόλοιπα της ζούγκλας και λογικά είναι καταδικασμένο να καταβροχθιστεί απ’ την τίγρη. Μαθαίνοντας όμως το Νόμο, αναγκάζοντας τον εαυτό του να ζήσει σα λύκος στην Αγέλη και χρησιμοποιώντας ως πλεονεκτήματα τις αδυναμίες του, τελικά σκοτώνει το Σερχάν και παίρνει τη θέση του. Όπως στη μυθοπλασία του Κίπλιγκ, έτσι και στη φύση, ο πιο δυνατός επιβιώνει βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα, τη βγάζει καθαρή αυτός που μπορεί να προσαρμοστεί.
Το Μόγλη, τον έσωσε εν πολλοίς η Αγέλη. Η συνεργασία στο πλαίσιο της ομάδας, η ανταλλαγή δυνάμεων κι ιδεών, η προσφορά του «ταλέντου» του κάθε μέλους είναι οι βάσεις για την πρόοδο της ομάδας. Κάθε μέλος έχει οπωσδήποτε μία ιδιαίτερη ικανότητα, η οποία μπορεί αν αθροιστεί με των υπολοίπων να δώσει το βέλτιστο αποτέλεσμα. Στην πράξη, όμως, η πράξη αυτή περιέχει και πολλές αφαιρέσεις: είμαστε πάντα μείον τα ελαττώματα ή τα συμφέροντα του καθενός. Η βλακεία κι η κακία σκοτώνουν την πρόοδο.
Συζητήσαμε πολλές φορές για την αλτρουιστική προδιάθεση του ανθρώπου και τα κέρδη του αλτρουιστή. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω αυτά τα δεδομένα, αλλά οφείλω να επισημάνω και την ισχυρή δόση ιδεαλισμού που περιέχουν. Συνήθως οι άνθρωποι κοιτάζουν το ίδιον συμφέρον κι απέχουν πολύ απ’ το «είμαστε στο εμείς κι όχι στο εγώ» του Μακρυγιάννη. Επίσης πολλές φορές, κυριαρχεί αυτό που ονομάζω βλακεία με άποψη, το οποίο είναι ακαταμάχητο κι ανίκητο.
Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι άνθρωποι βάζουν πράγματι στην μπάντα τα προσωπικά τους συμφέροντα κι ενεργούν αλτρουιστικά, δεν πιστεύω ότι κυριαρχεί το λογικό τους, το οποίο επικαλεστήκαμε για ν’ αποδείξουμε τα κέρδη του αλτρουιστή. Μάλλον το συναίσθημα ή το φαντασιακό τους προτάσσεται, καθώς θεωρούν παράλογο αυτό το «κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γυαλό».
Μεγάλο, επίσης, ζήτημα, είναι το αν και πώς μπορεί να κρίνει ο καθένας (αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει κεντρικός νους) ή το σύνολο ποιο είναι το προτέρημα του κάθε ατόμου για να το προσφέρει στον κοινό σκοπό. Συνήθως, η αυτοκριτική απουσιάζει για ψώνια στο Λονδίνο και κυριαρχεί ο παράγων «πανταξερολόγος» του καθενός μας. Δεν μπορούμε να φιλτράρουμε τις αρετές απ’ τις κακίες κι αυτό το ίζημα μολύνει τη σούπα της ομάδας. Για παράδειγμα, στην πρόσφατη τραγωδία της Πάρνηθας, κάποιος βλαξ δημοσιογράφος έκανε με πρωτοβουλία του έκκληση για εθελοντές και ξαφνικά γέμισε το τελεφερίκ με μαχίμια που έσκασαν μύτη με τη σαγιοναρίτσα, το σορτσάκι και μια πετσετούλα για να σβήσουν φωτιά. Το πλήθος αυτό των ανεκπαίδευτων κι άρα επικίνδυνων, κατά τ’ άλλα ίσως πρόθυμων ανθρώπων, το μόνο που κατάφερε είναι ν’ απασχολήσει την πυροσβεστική με το πώς να τους διώξει. Κάπου εκεί άρχισαν ν’ αποκαλούν τους πυροσβέστες ανίκανους και δασοκτόνους, καθώς εκείνοι «ήξεραν» τι πάνε να κάνουν και πώς.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο παράγων «πανταξερολόγος» αρνείται να καταλάβει πως το καλύτερο που έχει να κάνει αν δεν έχει σχέση με το αντικείμενο είναι να μείνει σπίτι του, αν μη τι άλλο, για να μη μπουκώνουν οι δρόμοι και να μπορούν να φτάσουν στο συμβάν εκείνοι που μπορούν να προσφέρουν. Ο «βλάκας με άποψη», προβάλλει στο σημείο αυτό την εθελούσια προσφορά του ως δικαιολογία της ανεπάρκειάς του και θεωρεί ότι απαλλάσσεται της ευθύνης.
Εδώ μού ’ρχεται στο μυαλό και η εργασία που κάναμε με τη Ζωή στο πρώτο εξάμηνο, για το κυκλοφοριακό. Θυμάμαι το συμπέρασμα, ότι αν ο κάθε οδηγός κινούνταν με σταθερή ταχύτητα, χωρίς να «κολλάει» στο μπροστινό, να κάνει «σφήνες» και τα τοιαύτα, η ροή θα ήταν ομαλή κι όλοι θα έφταναν πιο γρήγορα στον προορισμό τους. Αυτή η άτυπη συνεργασία, το «πάω αργά γιατί βιάζομαι» που λέμε και στα πεζοπόρα δασοπυρόσβεσης κι όχι ο τροχονόμος ή τα αυτόματα οχήματα που θα τα καθοδηγεί κεντρικός υπολογιστής, ίσως είναι η λύση.
Είναι ένα άθροισμα «σωστών» συμπεριφορών του καθενός ξεχωριστά που δίνει «σωστό» χαρακτήρα στο σύνολο. Το κοινωνικό παιχνίδι, δεν είναι ζάρια, ο νικητής τα παίρνει όλα, «winner takes all». Είναι παιχνίδι μη μηδενικού αθροίσματος, παιχνίδι που η κίνηση του κάθε παίχτη αυξάνει το σύνολο των κερδών, για όλους. Η πίττα μεγαλώνει, επομένως το καθαρό μερίδιο του καθενός αυξάνεται.
Το πρόβλημα όμως, σε όλα τα παιχνίδια, είναι το ποιος φτιάχνει τους κανόνες, αν οι παίκτες είναι διατεθειμένοι να τους σεβαστούν κι αν όχι, ποιος είναι ο διαιτητής και θεματοφύλακας κι αν, φυσικά, κάνει σωστά τη δουλειά του. Η παρανομία είναι ένας πολύ γλυκός καρπός στο δέντρο της ζωής κι ο πειρασμός βασιλιάς αυτών που οι θεολόγοι ονομάζουν διαβλητά πάθη.
Στο κοινωνικό παιχνίδι, σύμφωνα με όσα έχουμε πει, τους κανόνες διαμορφώνει η ίδια η κοινωνία, βάσει των αναγκών και των στόχων της. Απ’ τα επιμέρους «επειδή» και «για να», απ’ τα αναγκαστικά και τα τελικά αίτια, η κοινωνική συνείδηση, η ηθική, ο χρόνος ή η θυμοσοφία, αν προτιμάτε, καταλήγουν στη θέσπιση ή θέσμιση προτύπων συμπεριφοράς. Τα πρότυπα αυτά, ονομάσαμε νόρμες και σύμφωνα μ’ αυτά κινούμαστε στις κοινωνικές μας δραστηριότητες.
Το σύνολο των κανόνων που προκύπτουν απ’ αυτές, γίνεται κτήμα μέσα από τη χρόνια διαδικασία της κοινωνικοποίησης και αφομοιώνονται ουσιαστικά υποσυνείδητα. Πολλές φορές, ορισμένοι δεν τηρούν τη νόρμα και τιμωρούνται σύμφωνα μ’ αυτήν, από τους θεματοφύλακές της. Εδώ είναι ένα δύσκολο θέμα με το οποίο τριφτήκαμε: η υπόθεση της αλληλεγγύης, της φιλαλληλίας και το μέτρο της.
Αν ο διπλανός σου αντιγράφει στις εξετάσεις, πρέπει να τον καρφώσεις; Παραβιάζει τους κανόνες και μάλιστα εις βάρος του συνόλου. Απ’ την άλλη, αν τον καρφώσεις, πού πήγε το πνεύμα συνεργασίας; Αν τον καρφώσεις, κερδίζεις τίποτα ουσιαστικό ως άτομο; Μέσα απ’ το δίλημμα του φυλακισμένου, που πολλές φορές επανήλθε στην κουβέντα του μαθήματος, μπορούμε να διακρίνουμε το πρόβλημα της «κουτσής» κοινωνικής συνείδησης. Απ’ τη μια αισθανόμαστε μειωμένοι απ’ την αδικία, απ’ την άλλη διστάζουμε να ρουφιανέψουμε, γιατί παραβιάζουμε αυτόματα τη νόρμα της φιλαλληλίας.
Πιστεύω όμως, ότι το να «δώσει» κανείς τον παραβάτη, δεν είναι σφάλμα, φτάνει η παρανομία να είναι τέτοια που να το δικαιολογεί και η κατάδοση να μην έχει εκδικητικό σκοπό. Μια εκδικητική κοινωνία άλλωστε, μόνο πίσω μπορεί να πάει. Και πιστεύω πως η τιμωρία του παραβάτη δεν είναι τόσο ωφέλιμη για το σύνολο, όσο για τον ίδιο τον μπαγαπόντη. Χρειάζεται την τιμωρία για να λυτρωθεί απ’ τις Ερινύες και να ολοκληρώσει τον εσωτερικό, ψυχολογικό κύκλο της παρανομίας.
Αυτή η διαδικασία κοινωνικής ευθιξίας όμως, είναι αρκετά επικίνδυνη, καθώς πολύ εύκολα αντί για κοινωνία ευσυνείδητων, μπορεί να δημιουργηθεί, με τις κατάλληλες ενέργειες κακόβουλων στελεχών, μια κοινωνία χαφιέδων. Οι Νενέκοι υπάρχουν πάντα ανάμεσά μας και κρύβονται συνήθως κάτω από όμορφες προβιές. Όμως η αρχέγονη διαδικασία της Ύβρης και της Νέμεσης, μάλλον θα συνεχίσει να εξουσιάζει τα ανθρώπινα πράγματα.
Μέσα απ’ τη μελέτη αυτών κι άλλων φαινομένων, καταλήξαμε να χρησιμοποιούμε το βαρύγδουπο αλλά γοητευτικό όρο «ακουσίως προκύπτουσες τάξεις». Τάξεις στη φύση ή την κοινωνία (πολλές φορές αυτά τα συστήματα είναι ισόμορφα) οι οποίες προκύπτουν όχι βάσει κεντρικού σχεδιασμού, αλλά από μόνες τους, με την εξέλιξη. Η διαδικασία της δοκιμής και του λάθους είναι ο μοχλός που σηκώνει το φορτίο της εξέλιξης κι οι κανόνες που διέπουν το πείραμα, η δικλίδες ασφαλείας.
Η εξέλιξη των ειδών, η ταξινομητική μηχανή που λέγεται εγκέφαλος και η αγορά, είναι τέτοιες, ακουσίως προκύπτουσες τάξεις. Η γνώση μας για τον κόσμο, αν και εμπειρική, δείχνει πως ένα ελεύθερο σύστημα με βασικούς κανόνες λειτουργίας, δουλεύει από μόνο του ικανοποιητικά, με τάση να ισχυροποιείται, αφού δοκιμάζει κι αποκλείει τις προτεινόμενες λύσεις. Η ιστορία επίσης, έχει δείξει, τουλάχιστον στο πεδίο της τεχνολογίας, πως οι επικρατούσες λύσεις, δεν είναι πάντα οι βέλτιστες, αλλά οι πιο βολικές για την ταχύρρυθμη ανάπτυξη του συστήματος.
Ειδικά στο ζήτημα της αγοράς, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τη Νεωτερικότητα, το πρόβλημα του κεντρικού σχεδιασμού υπήρξε κεντρικό σημείο διαμάχης. Απ’ τη μια αυτοί που πιστεύουν πως μια ελεύθερη αγορά αυτορυθμιζόμενη μπορεί να προοδεύσει, όχι χωρίς προβλήματα, αλλά ικανοποιώντας τις ανάγκες όλο και περισσότερων ανθρώπων. Απ’ την άλλη όσοι απ’ την πράξη είδαν ότι η αγορά δύσκολα αυτορυθμίζεται και για επιβιώσουν όλοι χρειάζεται ένας αυστηρός κεντρικός σχεδιασμός, ο οποίος θα περιορίζει στο ελάχιστο τα σφάλματα και θα φροντίζει ακριβοδίκαια τις ανάγκες της κοινωνίας.
Τα προβλήματα που προκύπτουν είναι πολλά. Ποιος ορίζει το κεντρικό σχέδιο, με τι στόχους και προτεραιότητες και στο κάτω-κάτω, ποιος ορίζει αυτόν τον πεφωτισμένο δεσπότη και με τι κριτήρια. Ο εφαρμοσμένος σοσιαλισμός, δεν απέχει πολύ απ’ τον Πρίγκηπα του Μακιαβέλι ή τον Λεβιάθαν του Χομπς. Φυσικά, ο θεωρητικός μαρξισμός, απέχει παρασάγγες απ’ την εφαρμογή του, αποδεικνύεται όμως ουτοπικός.
Το φιλελεύθερο μοντέλο πάλι, ακούγεται δελεαστικό, καθώς οι άξιοι και δουλευταράδες μπαίνουν μπροστάρηδες και τραβάνε δυνατά το κοινωνικό άρμα μπροστά. Τι γίνεται όμως, όταν η δίψα για το κέρδος ξεπεράσει κάθε ηθική αναστολή και στρεβλώσει το σύστημα; Όταν δεν υπάρχουν ίσες ευκαιρίες και οι κανόνες της αγοράς καταβαραθρώνονται στο όνομά της; Δεν γίνεται, σε πραγματικές συνθήκες, να φτιαχτεί μια ιδανική αγορά, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν ιδανικοί άνθρωποι για να τη λειτουργήσουν. Οι τελευταίοι αιώνες καπιταλισμού, έχουν δείξει πως οι καπιταλιστές δεν είναι ούτε καλοί, ούτε κακοί, απλώς καπιταλιστές.Για να φτιάξουμε μιαν ελεύθερη αγορά, η οποία πράγματι θα τραβήξει τον κόσμο μπροστά, χωρίς να τον πατήσει σα σκουλήκι πρώτα, θα πρέπει να φτιάξουμε μιαν ομάδα ανθρώπων ανεξίκακων κι ανιδιοτελών, αν αυτό γίνεται, και να τη βάλουμε σ’ ένα κλειστό, ανεπηρέαστο σύστημα, έχοντας δώσει σε όλους ίσα αρχικά ποσά και τεχνογνωσία. Τότε και μόνον τότε, ο ανταγωνισμός θα είναι ορθός κι οι κανόνες δε θα πατηθούν από μόνοι τους. Τότε και μόνον τότε, μια πραγματικά φιλελεύθερη κοινωνία θα είναι πραγματικότητα κι όχι ουτοπία.
Και τα δύο συστήματα, το σοσιαλιστικό και το καπιταλιστικό, έχουν αποτύχει στην ουσία τους γιατί ξεχνάνε το σοφό λαό που από πολύ παλιά λέει: «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος».
Οι άνθρωποι, όπως μας δείχνει καθαρά η ιστορία του Πολιτισμού, είναι έλλογα όντα, άλλα όχι κατ’ ανάγκην λογικά. Η λογική πράγματι λέει ότι όλοι μαζί, χέρι-χέρι και με τον καθένα να προβάλλει τα ταλέντα του και τη δουλειά του, μπορούμε να προοδεύσουμε. Όμως ο άνθρωπος, συνήθως λειτουργεί με το ορμέμφυτο ή το συναίσθημα, παρασύρεται από τον ψυχισμό και τις διαταραχές του και χρησιμοποιεί τη λογική μόνο για να τις δικαιολογήσει. Όσοι λένε «Μεσαίωνας γίναμε», πλανώνται πλάνην οικτρά: τα χειρότερα εγκλήματα, έγιναν στον 20ο αιώνα και τείνουν να συνεχιστούν στον 21ο, όχι στο Μεσαίωνα.
Ο Νόμος της Ζούγκλας είναι αμείλικτος. Όποιος τον παραβεί, άμεσα ή έμμεσα, τιμωρείται. Εκεί που χωράει συζήτηση, είναι ψηλά, στο βράχο του Συμβουλίου, που ο κύκλος της Αγέλης αποφασίζει για τη ζωή των λύκων. Ο Ακέλα, καλεί τους λύκους να μιλήσουν και ν’ αποφασίσουν και να φύγουν ξανά μαζί για νέα κυνήγια.
Η ανθρώπινη πρόοδος, είναι πραγματικότητα μόνο στο υλικό επίπεδο κι εντελώς σχετική. Τα ένστικτα, η φαντασία κι η σεξουαλικότητά του είδους μας δεν μπόρεσαν να χαλιναγωγηθούν από αυτοκράτορες, δυνάστες, γενικούς γραμματείς, αρχιερείς ή τη νεωτερικότητα, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρει η βιοπολιτική του 21ου αιώνα; Και γιατί να τα καταφέρει;

Δεν υπάρχουν σχόλια: